Όταν το «δεν μπορώ» δεν σημαίνει ότι δεν μπορώ
Γιατί η κούραση μοιάζει τόσο πολύ με ανικανότητα, και πώς να ξεχωρίσεις ποιο από τα δύο νιώθεις.
Your browser wants you to press play in SoundCloud's player.
Υπάρχει μια στιγμή, μετά από αρκετή προσπάθεια, που κάτι μέσα σου σταματά.
Δεν έχεις απαραίτητα αποτύχει.
Δεν έχεις απαραίτητα χάσει.
Απλώς κοιτάζεις αυτό που έχεις μπροστά σου και σκέφτεσαι:
«Δεν μπορώ άλλο.»
Ίσως αυτή να είναι μία από τις πιο παρεξηγημένες φράσεις που λέμε στον εαυτό μας.
Γιατί το «δεν μπορώ» μπορεί να σημαίνει πολλά διαφορετικά πράγματα.
Μπορεί να σημαίνει «δεν έχω την ικανότητα».
Μπορεί να σημαίνει «δεν ξέρω πώς να το κάνω».
Μπορεί να σημαίνει «φοβάμαι ότι θα αποτύχω».
Αλλά μπορεί να σημαίνει και κάτι πολύ πιο απλό:
«Έχω κουραστεί.»
Και αυτές οι προτάσεις δεν είναι καθόλου ίδιες.
Δύο κουράσεις
Όταν κουραζόμαστε σωματικά, συνήθως το αναγνωρίζουμε.
Τα πόδια βαραίνουν.
Η αναπνοή αλλάζει.
Το σώμα ζητάει να σταματήσει.
Δεν πιστεύουμε ότι, επειδή δεν μπορούμε να τρέξουμε άλλο, είμαστε ανίκανοι να τρέξουμε.
Ξέρουμε ότι χρειαζόμαστε ξεκούραση.
Με την ψυχική κόπωση όμως είμαστε λιγότερο επιεικείς.
Το μυαλό κουράζεται, κι εμείς το ερμηνεύουμε ως ανικανότητα.
Δεν μπορώ να συγκεντρωθώ.
Δεν μπορώ να διαβάσω.
Δεν μπορώ να δουλέψω.
Δεν μπορώ να σκεφτώ.
Δεν μπορώ να συνεχίσω.
Και πολύ εύκολα το
«Δεν έχω άλλη ενέργεια.»
γίνεται
«Δεν είμαι αρκετός.»
Ίσως όμως να έχουμε κάνει λάθος διάγνωση.
Η ανηφόρα
Φαντάσου έναν άνθρωπο που ανεβαίνει μια μεγάλη ανηφόρα.
Κάποια στιγμή σταματά.
Κοιτάζει προς τα πάνω και λέει:
«Δεν μπορώ να συνεχίσω.»
Τι ακριβώς έχει συμβεί;
Έφτασε στο όριο της ικανότητάς του;
Ή στο όριο της ενέργειάς του;
Δεν είναι το ίδιο.
Αν του δώσεις πέντε λεπτά ξεκούρασης, μπορεί να συνεχίσει.
Αν του δώσεις μία ώρα, μπορεί να φτάσει στην κορυφή.
Αν του δώσεις μια ολόκληρη νύχτα ύπνου, την επόμενη μέρα μπορεί να απορεί γιατί η ίδια ανηφόρα του φαινόταν χθες αδύνατη.
Η ανηφόρα δεν άλλαξε.
Άλλαξε αυτός που την κοιτούσε.
Ο κουρασμένος κριτής
Και εδώ υπάρχει ένα παράδοξο.
Τις στιγμές που είμαστε πιο κουρασμένοι, νιώθουμε τη μεγαλύτερη ανάγκη να βγάλουμε συμπεράσματα για τον εαυτό μας.
«Δεν είμαι αρκετά καλός.»
«Δεν θα τα καταφέρω.»
«Δεν είμαι φτιαγμένος γι’ αυτό.»
Αλλά η στιγμή που νιώθουμε περισσότερο την ανάγκη να κρίνουμε τον εαυτό μας είναι συχνά η στιγμή που είμαστε λιγότερο κατάλληλοι να το κάνουμε.
Είναι σαν να προσπαθείς να μετρήσεις τη δύναμή σου ενώ είσαι ήδη εξαντλημένος.
Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένο.
Θα υποτιμήσεις τον εαυτό σου.
Ο ψίθυρος
Ίσως γι’ αυτό η ψυχική κόπωση είναι τόσο ύπουλη.
Δεν σου λέει μόνο «σταμάτα».
Μερικές φορές σου ψιθυρίζει «δεν αξίζει να συνεχίσεις».
Και υπάρχει τεράστια διαφορά.
Το πρώτο μπορεί να είναι ανάγκη για ξεκούραση.
Το δεύτερο είναι ερμηνεία.
Δεν χρειάζεται να εμπιστευόμαστε κάθε ερμηνεία ενός κουρασμένου νου.
Η αντίθετη παγίδα
Υπάρχει όμως και η αντίθετη παγίδα.
Να θεωρήσουμε κάθε «δεν μπορώ» απλώς κούραση.
Κι αυτό θα ήταν λάθος.
Μερικές φορές πράγματι δεν μπορούμε.
Μερικές φορές χρειάζεται να αλλάξουμε τρόπο.
Μερικές φορές ένας στόχος δεν είναι εφικτός, και πρέπει να τον αφήσουμε.
Κανείς δεν μπορεί να μας υποσχεθεί ότι κάθε όριο είναι ψευδαίσθηση.
Το σώμα έχει όρια.
Ο χρόνος έχει όρια.
Οι ικανότητές μας έχουν όρια.
Η ζωή έχει όρια.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν μπορούμε πάντα να συνεχίσουμε.
Το ερώτημα είναι:
«Αυτό που νιώθω τώρα είναι όριο ή κόπωση;»
Και μερικές φορές δεν μπορούμε να το ξέρουμε αμέσως.
Η παύση
Ίσως εδώ βρίσκεται κάτι που ξεχνάμε.
Η ξεκούραση δεν είναι πάντα το αντίθετο της προσπάθειας.
Μπορεί να είναι μέρος της.
Όπως η σιωπή είναι μέρος της μουσικής.
Όπως η παύση είναι μέρος μιας πρότασης.
Όπως το να σταματάς δεν σημαίνει απαραίτητα ότι εγκαταλείπεις.
Μπορεί να σημαίνει ότι μαζεύεις δυνάμεις για να συνεχίσεις.
Και ίσως αυτό είναι από τα πιο δύσκολα να αποδεχτούμε.
Δεν χρειάζεται κάθε στιγμή της ζωής μας να είναι παραγωγική για να έχει αξία.
Μερικές φορές δεν χρειάζεται να κάνουμε περισσότερα.
Χρειάζεται να αντέξουμε ότι, για λίγο, δεν μπορούμε να κάνουμε περισσότερα.
Η δεύτερη ερώτηση
Ίσως λοιπόν, την επόμενη φορά που θα εμφανιστεί η σκέψη «δεν μπορώ», αξίζει μια δεύτερη ερώτηση.
Όχι «γιατί είμαι τόσο αδύναμος;»
Αλλά:
«Τι ακριβώς δεν μπορώ;»
Δεν μπορώ, ή δεν μπορώ τώρα;
Δεν μπορώ, ή δεν μπορώ με αυτόν τον τρόπο;
Δεν μπορώ, ή δεν μπορώ χωρίς να ξεκουραστώ πρώτα;
Δεν μπορώ, ή απλώς φοβάμαι ότι δεν θα μπορέσω;
Μερικές φορές η διαφορά ανάμεσα σε αυτές τις προτάσεις είναι ολόκληρη η ιστορία.
Γιατί μπορεί να μην έχεις φτάσει στο τέλος των δυνατοτήτων σου.
Μπορεί να έχεις φτάσει απλώς στο τέλος της ενέργειάς σου.
Κι αυτά τα δύο, όσο κι αν μοιάζουν όταν τα νιώθεις, είναι δύο εντελώς διαφορετικά όρια.
Ίσως λοιπόν το «δεν μπορώ» να μην είναι πάντα απάντηση.
Ίσως να είναι μια ερώτηση που δεν έχουμε κάνει ακόμα σωστά.
«Δεν μπορώ, ή χρειάζεται απλώς να σταματήσω για λίγο;»